Οξαλικό οξύ με γλυκερίνη2018-12-11T14:59:30+00:00

Project Description

Οξαλικό οξύ με γλυκερίνη για την καταπολέμιση της Βαρρόα

Η χρήση του οξαλικού οξέος σε γλυκερίνη μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα σημαντική αποτελεσματικότητα καταπολέμησης του ακάρεος βαρρόα (>95%) εφόσον όμως δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο παρασκευής του διαλύματος.

Το οξαλικό οξύ είναι γνωστό εδώ και πολλά χρόνια για τη χρήση του εναντίον της βαρρόα. Περιοριστικός παράγοντας για τη αποτελεσματικότητά του είναι η παρουσία γόνου γι’ αυτό και προτείνεται να γίνεται εφαρμογή μέσα στο χειμώνα σε ξεγονεμένα μελίσσια κυρίως με τη μέθοδο της ενστάλαξης. Σε αυτήν την περίπτωση είναι δραστικό τις πρώτες 5-7 μέρες και η αποτελεσματικότητα μπορεί να φτάσει σε πολύ υψηλές τιμές (>90%).

Την άποψη αυτή ήρθε να επαναπροσδιορίσει το 2015 μία εργασία από Αργεντινούς ερευνητές οι οποίοι εφάρμοσαν το οξαλικό οξύ διαλυμένο σε γλυκερίνη (10 γραμμάρια οξαλικό σε 20ml γλυκερίνης) και εμποτισμένο σε λωρίδες χαρτονιού. Σύμφωνα με την εργασία αυτή, η δράση του οξαλικού διαρκεί έως και 42 ημέρες με υψηλή αποτελεσματικότητα (93% κατά μέσο όρο) ακόμα και παρουσία γόνου, ανεξαρτήτου θερμοκρασιών (εύρος δοκιμών -2°Cέως 42°C) όλες τις εποχές του έτους.

Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκαν δοκιμές στο Εργαστήριο Μελισσοκομίας του Α.Π.Θ. προκειμένου να δοκιμαστεί η συνταγή αυτή και να μετρηθεί η αποτελεσματικότητα της μεθόδου στα ελληνικά δεδομένα. Οι πειραματισμοί διενεργήθηκαν σε δέκα μελίσσια τους μήνες Απρίλιο – Ιούνιο 2017 με εύρος ακραίων θερμοκρασιών για το διάστημα αυτό από 15,3°C έως 33,4°C. Στην όλη προσπάθεια εντοπίστηκαν δύο σημαντικές δυσκολίες. Η πρώτη ήταν η σχεδόν αδύνατη διάλυση τόσο μεγάλης ποσότητας οξαλικού στη γλυκερίνη και η δεύτερη πως τα εμποτισμένα χαρτόνια μετά από μία εβδομάδα, είχαν απομακρυνθεί στο σύνολό τους από τις μέλισσες (εικόνα 1α, 1β) με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται σημαντική αποτελεσματικότητα του σκευάσματος.

Η διάλυση του οξαλικού οξέος, αποτελεί το πιο δύσκολο σημείο αλλά και το πιο κρίσιμο για την επιτυχία της μεθόδου. Γι’ αυτό θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, τόσο στις αναλογίες όσο και στο χρόνο που θα απαιτηθεί για να γίνει σωστά το παρασκεύασμα. Η συνταγή λοιπόν παρασκευής είναι: 100ml νερό + 130ml γλυκερίνης + 120 γραμμάρια οξαλικό οξύ. Αρχικά αναμιγνύεται το νερό με τη γλυκερίνη και στη συνέχεια προστίθεται το οξαλικό. Επειδή η πλήρης διά- λύση είναι και ο κρισιμότερος παράγοντας, θα πρέπει το διάλυμα να τοποθετείται σε διαφανή δοχείο (π.χ. γυάλινο μπουκάλι) ώστε να είναι εύκολο να ελεγχθεί αν έχει μείνει ίζημα. Στη συνέχεια το σκεύος τοποθετείται σε μπεν μαρί και ακολουθείται θέρμανση (≈70°C) για 45’ με τακτική ανάδευση ώσπου να μην παραμείνει καθόλου αδιάλυτο οξαλικό οξύ και το τελικό διάλυμα να είναι πλήρως διαυγές (εικόνα 2δ).

Στο διάλυμα αυτό, εμβαπτίζονται σπογγοπετσέτες (Wettex) διαστάσεων 45 cm x 3 cm x 1,5 mm (εικόνα 3). Η εμβάπτιση γίνεται άμεσα καθώς σε θερμοκρασία δωματίου το διάλυμα έχει την τάση να κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα. Όσο διάλυ- μα περισσεύει, μπορεί να φυλαχθεί σε κλειστό δοχείο το οποίο σε μισή με μία ώρα θα είναι πλήρως κρυσταλλωμένο (εικόνα 4). Οι ποσότητες που περιγράφηκαν (100 ml νερό + 130 ml γλυκερίνη + 120 γραμμάρια οξαλικό οξύ) δημιουργούν διάλυμα βάρους 360±10 γραμμαρίων και όγκου 300±10ml. Με δεδομένο ότι οι ταινίες όπως περιγράφηκαν απορροφούν κατά μέσο όρο 27,5 γραμμάρια διαλύματος η καθεμία, το διάλυμα αυτό αρκεί για εμποτισμό 13 ταινιών. 

Για την εφαρμογή, απαιτούνται 4 λωρίδες ανά δεκάρι μελίσσι οι οποίες τοποθετούνται στις κηρήθρες 2,4,6 και 8 (εικόνα 5).

Επειδή οι σπογγοπετσέτες είναι μαλακές, η τοποθέτηση ανάμεσα από τα πλαίσια είναι δύσκολη γι’ αυτό προτείνεται η απομάκρυνση αρχικά μίας κηρήθρας ώστε να δημιουργείται χώρος και να είναι ευκολότερη η τοποθέτηση (εικόνα 6).

Για την μέτρηση της αποτελεσματικότητας πραγματοποιήθηκαν καθημερινές μετρήσεις των ακάρεων που έπεφταν στον πυθμένα, σε συρτάρι παρατήρησης. Η αποτελεσματικότητα του σκευάσματος 20 ημέρες μετά την επέμβαση, βρέθηκε ιδιαίτερα υψηλή (97,1%) όπως φαίνεται στον Πίνακα 1. 

Ακόμα και η διορθωμένη αποτελεσματικότητα (formula Abbott) που λαμβάνει υπόψη και την πτώση βαρρόα που συμβαίνει ούτως ή άλλως στα μελίσσια (όπως υπολογίζεται από την πτώση που παρουσιάζει η ομάδα του μάρτυρα) δίνει ιδιαίτερα υψηλή τιμή που ανέρχεται στο 95,5% (εικόνα 7).

Η τοξικότητα στις μέλισσες δεν ξεπέρασε τις 35 νεκρές ημερησίως με τις υψηλότερες τιμές να εντοπίζονται τις πρώτες 2-3 μέρες από την εφαρμογή. Η ανάπτυξη των μελισσιών δεν επηρεάστηκε αρνητικά και 3 μήνες από την εφαρμογή βρίσκονταν στην ίδια πορεία με τα μελίσσια μάρτυρας που δεν έγινε εφαρμογή του οξαλικού οξέος.

Το διάλυμα που φυλάσσεται σε κλειστό δοχείο και κρυσταλλώνει πλήρως όπως αναφέρθηκε, φάνηκε ότι μπορεί να διατηρήσει την δραστική του ικανότητα ακόμα και μετά από τουλάχιστον 3 μήνες. Η επαναρευστοποίησή του με θέρμανση (≈70°C) για τον εμποτισμό λωρίδων αυτή τη φορά, απαιτεί λιγότερη ώρα, περίπου 25’. Στην ίδια λογική χρησιμοποιήθηκαν λωρίδες με εμποτισμένο διάλυμα που είχαν παραμείνει σε μελίσσια για 20 μέρες, οι οποίες αφαιρέθηκαν μετά τη χρήση τους και τοποθετήθηκαν σε άλλα μελίσσια προκειμένου να διαπιστωθεί η δυνατότητα να παραμένουν δραστικές οι ίδιες λωρίδες.

Το διάστημα για τον έλεγχο μετά την εφαρμογή των ταινιών δεύτερη φορά, ορίστηκε στους 2 μήνες. Όπως φαίνεται στον πίνακα 2, η δράση τέτοιων ταινιών μπορεί να υφίσταται όχι όμως πάντα και στον ίδιο καλό βαθμό. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες που οι σπογγοπετσέτες είναι ιδιαίτερα στεγνές μετά την παρέλευση συγκεκριμένου διαστήματος, δεν αναμένεται σημαντική αποτελεσματικότητα

Σε πολλές περιπτώσεις, οι σπογγοπετσέτες δεν μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν καθώς μετά την παρέλευση του μήνα είχαν εν μέρει αποσυντεθεί πιθανόν λόγω και της δράσης του οξέος. Επίσης παρατηρήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις οι μέλισσες να απομακρύνουν μέρος της λωρίδας (εικόνα 8) ενώ σε πολλές περιπτώσεις είχαν τοποθετήσει σημαντική ποσότητα πρόπολης σε αυτές (εικόνα 9). Σε όλες τις περιπτώσεις οι μέλισσες είχαν απομακρύνει σημαντικό μέρος κεριού στα σημεία της κηρήθρας που ερχόταν σε επαφή με τις λωρίδες (εικόνα 10) συμπεριφορά που είναι γνωστή από την τοποθέτηση οποιωνδήποτε ταινιών με ακαρεοκτόνο δράση.

Φαίνεται πως προστίθεται ένα σημαντικό όπλο στα χέρια του μελισσοκόμου εναντίον της βαρρόα με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα επιθυμούσαμε.

Μετά τις δοκιμές αυτές, δείγματα ταινιών στάλθηκαν σε επαγγελματίες μελισσοκόμους ώστε να τις τοποθετήσουν στα μελίσσια τους και να παρατηρήσουν την αποτελεσματικότητα σε διαφορετικές περιοχές και συνθήκες. Ο αριθμός των μελισσιών που εφαρμόστηκαν ήταν μεγαλύτερος από 600 και οι επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν από τον Ιούνιο έως και τον Οκτώβριο του 2017. Οι περιοχές δοκιμών περιελάμβαναν τον Νομό Αττικής, τον Νομό Θεσσαλονίκης αλλά και τα νησιά της Θάσου και της Λευκάδας. Η εφαρμογή από τους συνεργαζόμενους μελισσοκόμους προκάλεσε ιδιαίτερα θετικά σχόλια καθώς παρατηρήθηκε μεγάλη αποτελεσματικότητα του σκευάσματος από τις πρώτες κιόλας μέρες εφαρμογής και ιδιαίτερα σε ένα διάστημα που η χρήση οποιουδήποτε σκευάσματος με μεγάλη δράση εναντίον της βαρρόα είναι απαγορευτική ενόψει των τρύγων μελιού.

Επιπλέον το διάστημα Ιουνίου – Σεπτεμβρίου χρησιμοποιήθηκαν εμποτισμένες σπογγοπετσέτες σε κυψελίδια σύζευξης 2 κηρηθρών καθ΄όλη τη διάρκεια παραγωγής βασιλισσών προκειμένου να μελετηθεί η επίδραση στα στάδια εξέλιξης αυτών. Ο αριθμός των κυψελιδίων που εφαρμόστηκε ήταν κατά προσέγγιση 250 και για διευκόλυνση των χειρισμών, επιλέχθηκε η τοποθέτηση των λωρίδων επάνω στις κηρήθρες (εικόνα 11).

Στις δοκιμές αυτές δεν μετρήθηκε η αποτελεσματικότητα αλλά παρατηρήθηκε η επίδραση στη διαδικασία της βασιλοτροφίας. Η χρήση των ταινιών στα κυψελίδια σύζευξης δεν έδειξε να προκαλεί καμία αρνητική επίδραση στην εκκόλαψη βασιλισσών, ούτε στη διαδικασία των πτήσεων σύζευξης αλλά ούτε και στην ωοτοκία των νέων βασιλισσών. Η τοποθέτηση των λωρίδων επάνω στα πλαίσια διευκολύνει σημαντικά τη διαδικασία, φάνηκε να έχει καλή αποτελεσματικότητα, η επιλογή όμως αυτής της μεθόδου χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Όσον αφορά τα υπολείμματα, το οξαλικό οξύ ως υδατοδιαλυτό δε συσσωρεύεται στο κερί. Βρίσκεται σε φυσικές συγκεντρώσεις στα μέλια από 8 έως περίπου 300 mg/kg. Τα ανεπίσημα όρια που έχουν τεθεί για το οξαλικό είναι μέχρι 900 mg/Kg πέρα από τα οποία ανιχνεύεται οργανοληπτικά. Με μια ή με επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις οξαλικού οξέος σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, αυξάνει η συγκέντρωση στο μέλι περίπου 200-500 mg. Με την εφαρμογή με λωρίδες όπως περιγράφηκε, δε γνωρίζουμε τις συγκεντρώσεις του οξαλικού οξέος στο μέλι και τα υπόλοιπα προϊόντα της μέλισσας. Σύμφωνα με τη μελέτη όμως των αργεντινών η αρχική φυσική συγκέντρωση του οξαλικού οξέος κυμάνθηκε πολύ χαμηλά από 2,5 έως 33,8 mg/kg στο μέλι ενώ μετά την επέμβαση δεν παρατηρήθηκε καμία αύξηση τόσο στο μέλι όσο στο κερί και τις μέλισσες. Έτσι συμπεραίνεται ότι η χρήση του είναι αρκετά ασφαλή και πιθανόν να μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα και 10 ημέρες πριν από τον τρύγο.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η χρήση του οξαλικού οξέος σε γλυκερίνη μπορεί να επιφέρει ιδιαίτερα σημαντική αποτελεσματικότητα καταπολέμησης του ακάρεος βαρρόα (>95%) εφόσον όμως δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο παρασκευής του διαλύματος. Κρίσιμο σημείο φαίνεται να είναι η πλήρης διάλυση του οξαλικού οξέος με τη χρήση θέρμανσης για διάστημα συνήθως μεγαλύτερο της μισής ώρας ή τόσο ώστε να προκύψει πλήρως διαυγές διάλυμα. Το διάλυμα σε λιγότερο από 24 ώρες κρυσταλλώνει αλλά διατηρεί την αποτελεσματικότητά του για τουλάχιστον 3 μήνες. Η εφαρμογή των ταινιών σε κυψελίδια σύζευξης δεν επιφέρει κάποια αρνητική επίδραση σε οποιοδήποτε στάδιο εξέλιξης της βασίλισσας είτε πρόκειται για γόνο, είτε για ακμαίο έντομο.

Με αυτά τα δεδομένα φαίνεται πως προστίθεται ένα σημαντικό όπλο στα χέρια του μελισσοκόμου εναντίον της βαρρόα με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα επιθυμούσαμε: ιδιαίτερα υψηλή αποτελεσματικότητα, δυνατότητα εφαρμογής το καλοκαίρι ακόμα και σε υψηλές θερμοκρασίες χωρίς απώλειες μελισσών, εφαρμογή ανεξαρτήτως της παρουσίας ή όχι του γόνου και να το δέχεται και η βιολογική μελισσοκομία.

Ο καιρός μένει να δείξει εάν είναι πράγματι έτσι, αν δηλαδή επαληθεύεται αυτή η αποτελεσματικότητα αλλά κυρίως αν διατηρείται σε βάθος των χρόνων και φυσικά να παρατηρηθούν μακροπρόθεσμες επιδράσεις στην ανάπτυξη των μελισσιών.

Γιώργος Γκόρας, Βασιλική Παπαθεοδώρου, Κωνσταντίνος Ορφέας Λάππας, Ανδρέας Θρασυβούλου, Χρυσούλα Τανανάκη

Εργαστήριο Μελισσοκομίας, Τμήμα Γεωπονίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης